Ροή Ειδήσεων

6 Ιουλίου: Ο Άγιος Σισώης

 

O Άγιος Σισώης θρηνεί μπροστά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, βασιλιά των Ελλήνων.

(Τοιχογραφία στο νάρθηκα της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων - 1566)

Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του οσίου ασκητή Σισώη. 

Ο Άγιος Σισώης έχει τον τίτλο του μεγάλου, όπως ο Άγιος Αντώνιος, και γιατί πραγματικά υπήρξε μεγάλος ασκητής, αλλά και για να ξεχωρίζει από άλλους δυο στην ίδια εποχή, που είχαν κι εκείνοι το ίδιο όνομα. 

Ο Άγιος Σισώης στο άνθος της ηλικίας του παράτησε τα εγκόσμια κι έφυγε στην έρημο της Αιγύπτου, εκεί που πριν λίγα χρόνια είχε ασκητέψει ο Άγιος Αντώνιος.

Δεν τον τράβηξε προς τα εκεί μόνο ο τόπος, αλλά και το παράδειγμα του Αγίου Αντωνίου, που προσπαθούσε να τον μιμηθεί στις αρετές του.

Το πρώτο που φρόντιζε ο Άγιος Σισώης ήτανε να παραμένει άγνωστος, αλλά οι μαθητές του Αγίου Αντωνίου, θαυμάζοντας την αγιότητά του, έτρεχαν και γίνονταν δικοί του μαθητές. 

Γιατί η αρετή, όσο και να θέλει να κρυφτεί, δεν κρύβεται· είναι, όπως λέγει ο Ιησούς Χριστός, «πόλις επάνω όρους κειμένη»· σαν μια πόλη, που είναι χτισμένη επάνω στο βουνό και φαίνεται από παντού. 

Ο Άγιος Σισώης ήταν τόσο απελευθερωμένος κι ανεξάρτητος από τις υλικές ανάγκες, που πολλές φορές ξεχνούσε και να φάγει. Τότε ένας μαθητής του, που τον έλεγαν Αβραάμ, του το υπενθύμιζε και του έλεγε, σαν που οι μαθητές έλεγαν στον Ιησού Χριστό· «Ραββί, φάγε».

Ο Άγιος Σισώης ήταν άνθρωπος της θερμής προσευχής. Όταν προσευχότανε, η καρδιά του ήταν, σαν και να την έκαιε φωτιά. Γι’ αυτό οι μαθητές του τον ήκουαν, που συχνά αναστέναζε βαθειά. 

Ο Άγιος Σισώης ήταν επίσης άνθρωπος της ταπεινοφροσύνης. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πρώτη αρετή κάθε πιστού. Γι’ αυτό ο άγιος Σισώης πριν απ’ όλα φοβότανε να τον επαινούν. 

Του άρεσε να προσεύχεται με σταυρωμένα τα χέρια, κι όμως απέφευγε να τα σταυρώνει, για να μην τον βλέπουν πως προσεύχεται. 

Ένας μοναχός μια μέρα του είπε· «Αισθάνομαι πως πάντα είμαι κάτω από το βλέμμα του Θεού». Κι ο άγιος Σισώης του απάντησε· «Δεν φτάνει· πρέπει να αισθάνεσαι πως είσαι και παρακάτω απ’ όλους τους αδελφούς σου». 

Παρ’ όλη την ασκητικότητά του, ο Άγιος Σισώης παραπονιότανε στον εαυτό του πως ήταν ανάξιος μοναχός και ασκητής. 

Κάποτε ένας συνασκητής αδελφός παραπονιότανε κι αυτός πως δεν είχε ακόμα τη θερμότητα της ψυχής του Αγίου Αντωνίου. Τότε ο Άγιος Σισώης του είπε· «Εγώ, αν είχα κι ένα μόνο από τα αισθήματα του Αγίου Αντωνίου, θα αισθανόμουν τον εαυτό μου να καίεται από θεϊκή αγάπη». Ήθελε να πει ο Άγιος και μεγάλος ασκητής ότι η αγιωσύνη δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά δωρεά και χάρη του Θεού, ανάλογη με την προαίρεση του ανθρώπου.

Ο Άγιος Σισώης φοβότανε τα πολλά λόγια, γι’ αυτό απέφευγε να ομιλεί, κι όταν μιλούσε ήταν πάρα πολύ σύντομος. Τριάντα χρόνια έλεγε πάντα την προσευχή του· «Κύριε Ιησού Χριστέ, μην αφήσης να αμαρτήσω σήμερα με τη γλώσσα μου».

Η τελευτή του βίου του Αγίου Σισώη ήταν ειρηνική τελείωση ενός αγίου. Ξαπλωμένος στο ξυλοκρέββατό του, έλεγε” «Ο Άγιος Αντώνιος μαζί με τους Προφήτες και τους Αγγέλους έρχονται να παραλάβουν τη ψυχή μου». Κι εκεί που έβλεπε κι έλεγε αυτά, έκλεισε τα μάτια του στο φως του αισθητού ήλιου και «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν». Αμήν.

Πέθανε το 429, μετά από 62 χρόνια ασκητικής ζωής.

Πηγή: Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων Και Κοζάνης, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονίας, Σ. 240-242.

Στο «Αγιολόγιον της Ορθοδοξίας», που συνέταξε ο Χρήστος Δ. Τσολακίδης, γράφει γι’ αυτόν τα ακόλουθα:

«Έλαμψε με την πνευματική του σύνεση, την ταπεινοφροσύνη, τη φιλαδελφία και το ενδιαφέρον του στο να επιστρέψει και ένα μόνο αμαρτωλό. Μεταξύ των ασκητών αναδείχτηκε ονομαστός και μέγας, αθλητής της πρώτης γραμμής, τύπος εγκράτειας, αλλά και ψυχή που προσευχόταν για δικαίους και άδικους, πλούσιους και φτωχούς, άρχοντες και ιδιώτες, κληρικούς και λαϊκούς και γενικά για όλο τον κόσμο. Στη γη ήταν, άλλ’ η ζωή του ήταν ουράνια. Υψωμένος πάνω από τη σάρκα, που χαλιναγωγούσε τέλεια με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη θεία κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού. Η μνήμη του μένει υπόδειγμα σ’ όσους θέλουν την ασκητική ζωή, για να είναι γνήσιοι και πραγματικοί ασκητές, όχι μόνο με την αντοχή του σώματος, αλλά και με την πνευματική αναγέννηση και τη λάμψη της αρετής».

«Ορών σε, τάφε, δειλιώ σου την θέαν και καρδιοστάλακτον δάκρυον χέω, χρέος το κοινόφλητον είς νουν λαμβάνων, πως ουν μέλλω διελθείν πέρας τοιούτον Αι,αι, θάνατε, τις δύναται φυγείν σε».

Νεοελληνική απόδοση:

«Βλέποντάς σε, Τάφε, δειλιώ και τρομάζω από την όψη σου και χύνω δάκρυα από την καρδιά, φέροντας στον νου μου το υπό όλων των ανθρώπων οφειλόμενο χρέος, δηλαδή του θανάτου πώς και εγώ μέλλω να διέλθω από τέτοιο τέλος; Θάνατε, ποίος είναι εκείνος ο άνθρωπος, που μπορεί να διαφύγει από τα χέρια σου;»

Απολυτίκιο οσίου Σισώη


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ παιδὸς γεωργήσας ζωὴν τὴν κρείττονα, τῶν κατ’ αὐτῆς ἐνεπλήσθης θεουργικῶν ἀγαθῶν, τῶν Ἀγγέλων μιμητὰ Σισώη Ὅσιε, ὅθεν ὡς ἥλιος λαμπρός, ἀπαυγάζεις τηλαυγῶς, ἐν ὥρᾳ τῆς σῆς ἐξόδου, δηλοποιῶν τὴν σὴν δόξα, καὶ καταλάμπων τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.