Ροή Ειδήσεων

11 ΑΠΡΙΛΙΟΥ - Ὁ Ἅγιος Ἀντύπας ἐπίσκοπος Περγάμου

Μορ­φή σε­βά­σμια εἶ­ναι ὁ Ἀν­τύπας, ὁ δι­ά­δο­χος τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Εἶ­ναι ὁ Ἐ­πί­σκο­πoς τῆς Περ­γά­μου καί μάρ­­τυ­ρας τοῦ πρώ­του με­τά Χρι­στόν αἰ­ώ­να. Ξε­χω­ρι­στή τι­μή γιά τόν Ἀν­τί­πα καί αἰ­ώ­νιο πα­ρά­δειγ­μα γιά μί­μη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἔκ­φρα­ση εὐ­α­ρέ­σκειας καί ὁ ἐγ­κω­μι­α­στι­κός λό­γος τοῦ Θε­οῦ γιά τόν Ἀν­τί­πα: Ἀν­τί­πας ὁ μάρ­τυς μου ὁ πι­στός (Ἀ­ποκ. β΄ 13)!

Ἡ Πέρ­γα­μος τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δο­με­τια­νοῦ 81-96 μ.Χ. ἦ­ταν μί­α ἀ­πό τίς πιό φη­μι­σμέ­νες καί ὀ­νο­μα­στές πό­λεις τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Ὡς κέν­τρο πο­λι­τι­στι­κό καί φι­λο­σο­φι­κό συγ­κέν­τρω­νε κί­νη­ση με­γά­λη καί θη­σαύ­ρι­ζε δό­ξα καί πλοῦ­το ἀ­ξι­ό­λο­γο. Δέν ἦ­ταν μό­νο γι’ αὐ­τά γνω­στή ἡ Πέρ­γα­μος. Ἦ­ταν ὀ­νο­μα­στή κυ­ρί­ως, για­τί ἀ­πο­τε­λοῦ­σε κέν­τρο με­γά­λο τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας. Οἱ βω­μοί καί οἱ να­οί της, τό με­γά­λο Ἀ­σκλη­πι­εῖ­ο μα­ζί μέ τά πα­νύ­ψη­λα ἀ­γάλ­μα­τα τοῦ Δί­α καί τῆς Ἀ­θη­νᾶς στό­λι­ζαν τήν Ἀ­κρό­πο­λή της. Πα­ράλ­λη­λα τε­λε­τές πομ­πώ­δεις καί θο­ρυ­βώ­δεις λάμ­βα­ναν χώ­ρα γιά τή λα­τρεί­α τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα καί τῆς θέ­ας Ρώ­μης. Ἔ­τσι στήν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή Πέρ­γα­μο εἶ­χε στή­σει με­γα­λο­πρε­πῆ τό θρό­νο καί τήν ἐ­ξου­σί­α του ὁ σα­τα­νᾶς, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ἄλ­λω­στε καί ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη: «ὅ­που ὁ θρό­νος τοῦ σα­τα­νᾶ». Ἀ­πό τήν ἔκ­φρα­ση αὐ­τή μπο­ρεῖ κα­νείς νά συμ­πε­ρά­νει πό­σα πλή­θη ἀν­θρώ­πων θά συγ­κεν­τρώ­νον­ταν ἐ­κεῖ καί τί ὄρ­για θά γί­νον­ταν στίς ἑ­ορ­τές τους.

Στήν πο­λυ­τά­ρα­χη καί δαι­μο­νό­πλη­κτη πό­λη τῆς Περ­γά­μου βρι­σκό­ταν καί ὁ Ἀν­τί­πας. Κά­ποι­ος ἀ­πό τούς ἁ­γί­ους Ἀ­πο­στό­λους τόν πρό­σε­ξε με­τα­ξύ τῶν Χρι­­στια­νῶν καί τόν βρῆ­κε ἄ­ξιο γιά Ἀ­πό­στο­λο τοῦ Χρι­­στοῦ. Τόν χει­ρο­τό­νη­σε Ἐ­πί­σκο­πο καί τόν το­πο­θέ­τη­σε στήν Πέρ­γα­μο, ὅ­που ὁ σα­τα­νᾶς κα­τοι­κεῖ. Σκο­πός τοῦ ἦ­ταν νά γκρε­μί­σει τό θρό­νο τοῦ σα­τα­νᾶ ἀ­πό τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων, νά τόν ἐκ­δι­ώ­ξει ἀ­πό τήν πό­λη καί νά ἐγ­κα­τα­στή­σει ἐ­κεῖ τό θρό­νο τοῦ παν­το­κρά­το­ρα Κυ­ρί­ου, τοῦ Σω­τή­ρα καί Λυ­τρω­τή τῶν ἀν­θρώ­πων.

Ἀ­πό τό­τε ἀρ­χί­ζει ἡ με­γά­λη μά­χη τοῦ φω­τός μέ τό σκο­τά­δι, τῆς ἀ­λή­θειας μέ τό ψεῦ­δος. Οἱ ψεύ­τι­κοι θε­οί τοῦ Ὀ­λύμ­που μέ ἀρ­χη­γό καί ὑ­πε­ρα­σπι­στῆ τό σα­τα­νᾶ ἀ­μύ­νον­ται καί ἐ­πι­τί­θεν­ται μέ ὅ­λες τους τίς δυ­νά­μεις. Καί ὁ Ἀν­τί­πας μέ τούς πι­στούς του ἀ­γω­νί­ζε­ται πρός τάς ἀρ­χάς, πρός τάς ἐ­ξου­σί­ας, πρός τούς κο­σμο­κρά­το­ρας τοῦ σκό­τους (Ἔφ. α΄ 12) μέ ἀρ­χη­γό τόν Κύ­ριο τῶν δυ­νά­με­ων. Καί εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι ὁ Θε­ός «συν­τρί­ψει τόν σα­τα­νᾶν ὑ­πό τούς πό­δας αὐ­τῶν ἐν τά­χει» (Ρώμ. α΄ 20).

Καί πράγ­μα­τι! ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί στήν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κή Πέρ­γα­μο κα­τα­κτᾶ ἔ­δα­φος. Τό κή­ρυγ­μα τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου εἰ­σχω­ρεῖ στίς καρ­δι­ές καί τίς κα­τα­νύσ­σει. Ἀ­κό­λα­στοι με­τα­νο­οῦν. Εἰ­δω­λο­λά­τρες βα­πτί­ζον­ται. Τό φῶς προ­χω­ρεῖ καί ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα μέ τήν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου με­τα­βάλ­λε­ται. Καί ἐ­πει­δή ὁ σα­τα­νᾶς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πλέ­ον κα­θα­ρά ὅ­τι ὁ θρό­νος τοῦ κλο­νί­ζε­ται ἐκ θε­με­λί­ων, ἐ­πι­στρα­τεύ­ει ὅ­λες τίς σκο­τει­νές δυ­νά­μεις του γιά νά ἀ­να­κό­ψει τό ρεῦ­μα τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στήν ἀ­λή­θεια τῶν κα­τοί­κων τῆς Περ­γά­μου. Πρῶ­τα – πρῶ­τα θά κτυ­πή­σει τόν ποι­μέ­να, γιά νά δι­α­σκορ­πι­σθοῦν τά πρό­βα­τα τῆς ποί­μνης.

Δέν ἀρ­γοῦν λοι­πόν τά ὀρ­γα­νά του νά συλ­λά­βουν τόν γέ­ρον­τα Ἐ­πί­σκο­πο καί νά τόν ὁ­δη­γή­σουν μπρο­στά στόν ἄρ­χον­τα ὅ­πως εἶ­χαν ὁ­δη­γή­σει μπρο­στά στόν Πι­λά­το πρίν ἀ­πό πε­νήν­τα μό­λις χρό­νια τόν Κύ­ριο τῆς δό­ξης. Ἐ­κεῖ ἀρ­χί­ζει μί­α ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καί ἔν­το­νη στι­χο­μυ­θί­α με­τα­ξύ ἡ­γε­μό­να, ἱ­ε­ρέ­ων καί φι­λο­σό­φων εἰ­δω­λο­λα­τρῶν ἀ­πό τή μί­α καί τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­πό τήν ἄλ­λη.

Τόν κα­τη­γο­ροῦν, για­τί, ἐ­νῶ ἦ­ταν γέ­ρον­τας ἔμ­πει­ρος καί συ­νε­τός, ἀ­κο­λου­θεῖ τήν πί­στη τῶν Χρι­στια­νῶν πού εἶ­ναι πρό­σκαι­ρη καί ψευ­δής. Τοῦ πα­ρα­τάσ­σουν οἱ φι­λό­σο­φοι ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καί τόν προ­τρέ­πουν νά ἀ­κο­λου­θή­σει στό μέλ­λον τήν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α πού εἶ­ναι θρη­σκεί­α πιό πα­λαι­ά καί πιό τί­μια. Καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος τῶν Χρι­στια­νῶν ἀ­νοί­γει τό στό­μα του καί φω­­­τι­σμέ­νος ἀ­πό τόν Κύ­ριό του τούς ἀν­τι­με­τω­πί­ζει μέ σο­φά, συ­νε­τά καί ἀ­κα­τα­μά­χη­τα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα. Μι­λά­ει γιά πολ­λή ὥ­ρα καί ἀ­πο­δει­κνύ­ει τήν εἰ­δω­λο­λα­τρί­α ὡς θρη­σκεί­α αἰ­σχρή καί ὡς λα­τρεί­α τῶν δαι­μό­νων καί τῆς δυ­νά­με­ώς τους.

Δέν χρει­α­ζό­ταν πιά τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες ἱ­ε­ρεῖς καί φι­λό­σο­φοι ντρο­πι­α­σμέ­νοι φω­νά­ζουν καί ἀ­πει­λοῦν. Ἀλ­λά ὁ Ἐ­πί­σκο­πος ὄ­χι μό­νο μέ­νει ἀ­πα­θής στίς ἀ­πει­λές τους, ἀλ­λά δη­λώ­νει ξε­κά­θα­ρα ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νά πε­θά­νει γιά τόν Σω­τή­ρα του Χρι­στό, τόν μό­νο ἀ­λη­θι­νό Θε­ό. Καί ἐ­πει­δή δέν μέ­νει ἄλ­λο ἐ­πι­χεί­ρη­μα στούς εἰ­δω­λο­λά­τρες, εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νά ἐ­ξα­ναγ­κά­σουν τόν Ἅ­γιο νά ἀρ­νη­θεῖ τήν πί­στη του μέ μαρ­τύ­ρια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν μά­λι­στα ἕ­να ἀ­πό τά πιό φο­βε­ρά. Ὁ­δη­γοῦν κον­τά του ἕ­να ὁ­μοί­ω­μα βο­διοῦ χάλ­κι­νο με­γά­λο καί ἀ­νά­βουν φω­τιά γιά νά τό πυ­ρα­κτώ­σουν. Καί ἐ­νῶ ἡ φω­τιά καί­ει, οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες ἄλ­λο­τε ἀ­πει­λοῦν καί ἄλ­λο­τε εἰ­ρω­νεύ­ον­ται τόν γέ­ρον­τα Ἐ­πί­σκο­πο.

Καί αὐ­τός; Μο­λο­νό­τι ἦ­ταν κα­τά­κο­πος ἀ­πό τήν προ­η­γού­με­νη τα­λαι­πω­ρί­α, μέ­νει ἀ­τά­ρα­χος καί ἤ­ρε­μος. Ὁ Κύ­ριος ἄλ­λω­στε εἶ­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει τούς ὀ­πα­δούς του: «Εἰ ἐ­μέ ἐ­δί­ω­ξαν, καί ὑ­μᾶς δι­ώ­ξου­σι» (Ἰ­ω. ι­ε΄ 20). Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἅ­γιος Ἐ­πί­σκο­πος, μι­μη­τής τοῦ Χρι­στοῦ, μέ ἁ­γί­α προ­σμο­νή πε­ρι­μέ­νει τήν ὥ­ρα τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του.

Σέ προ­σευ­χή εὐ­χα­ρι­στί­ας καί δε­ή­σε­ως ἀ­φι­ε­ρώ­νει τή λί­γη ὥ­ρα πού τοῦ μέ­νει πρίν ἀ­πό τό μαρ­τύ­ριο. Αἰ­σθά­νε­ται ζω­η­ρή μέ­σα του τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου του νά τόν ἐ­νι­σχύ­ει καί νά τόν το­νώ­νει, γιά νά μεί­νει πι­στός μέ­χρι θα­νά­του. Καί ἐ­νῶ ἡ ἱ­ε­ρή προ­σευ­χή συ­νε­χι­ζό­ταν, δυ­να­τά βέ­βη­λα χέ­ρια τόν ἁρ­πά­ζουν καί τόν ρί­χνουν μέ πά­θος στό ἐ­σω­τε­ρι­κό, στήν κοι­λιά τοῦ πυ­ρα­κτω­μέ­νου βο­διοῦ.

Τή φρί­κη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου κα­θέ­νας μπο­ρεῖ νά ἀν­τι­λη­φθεῖ. Οἱ σάρ­κες τοῦ Ἁ­γί­ου μέ­σα στόν πυ­ρα­κτω­μέ­νο χαλ­κό ψή­νον­ται καί λι­ώ­νουν, ἐ­νῶ ἡ ζω­ή τοῦ σι­γο­σβή­νει μέ­σα σέ ἀ­φό­ρη­τους πό­νους μα­ζί μέ τίς τε­λευ­ταῖ­ες λέ­ξεις τῆς προ­σευ­χῆς του πά­νω στή γῆ. Πα­ρα­κα­λεῖ τόν Θε­ό νά συγ­χω­ρή­σει τούς βα­σα­νι­στές του!

Τήν ἐ­πο­χή αὐ­τή ὁ ἀ­πό­στο­λος καί εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης βρι­σκό­ταν ἐ­ξό­ρι­στος στήν Πά­τμο. Ἀ­πό ἐ­κεῖ θε­ο­κί­νη­τος καί βρι­σκό­με­νος σέ ἔκ­στα­ση θά γρά­ψει τήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη, πού εἶ­ναι τό τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς. Μέ­σα σ’ αὐ­τό καί στό ση­μεῖ­ο πού ἀ­πευ­θύ­νε­ται στό νέ­ο Ἐ­πί­σκο­πό της Περ­γά­μου, δι­α­τυ­πώ­νει καί τό ἐγ­κώ­μιο τοῦ Κυ­ρί­ου γιά τόν Ἀν­τί­πα: «Ἀν­τί­πας ὁ μάρ­τυς μου ὁ πι­στός, ὅς ἀ­πε­κτάν­θη πάρ ὑ­μῖν, ὅ­που ὁ σα­τα­νᾶς κα­τοι­κεῖ».

Πράγ­μα­τι μάρ­τυς πι­στός του Κυ­ρί­ου ἀ­να­δεί­χθη­κε ὁ Ἀν­τί­πας μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α ὅ­που ὁ θρό­νος τοῦ σα­τα­νᾶ, μέ τή φω­τει­νή ζω­ή του, τό ἀ­να­και­νι­στι­κό ἔρ­γο του, τό ὀ­δυ­νη­ρό μαρ­τύ­ριό του.

Οἱ ὀ­δον­τί­α­τροι τῆς πα­τρί­δας μας τόν ἔ­χουν προ­στά­τη τους Ἅ­γιο καί ἀ­νή­γει­ραν ἔ­ξω ἀ­πό τήν Πα­νε­πι­στη­μια­κή Σχο­λή Ἀ­θη­νῶν πε­ρι­καλ­λῆ να­ό στή μνή­μη του. Ὁ ἅ­γιος Ἀν­τί­πας ὅ­μως εἶ­ναι ἄ­ρι­στο πα­ρά­δειγ­μα γιά τούς πι­στούς, κλη­ρι­κούς κυ­ρί­ως ἀλ­λά καί λαί­κους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζοῦν καί ἀ­να­στρέ­φον­ται σέ μί­α ἀ­νά­λο­γη ἐ­πο­χή.

Μή­πως καί σή­με­ρα ὁ σα­τα­νᾶς δέν ἔ­χει στή­σει μέ ποι­κί­λους τρό­πους τό θρό­νο του στίς ψυ­χές πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων; Καί κα­λοῦν­ται οἱ μι­μη­τές τοῦ ἁ­γί­ου ἐ­πι­σκό­που Ἀν­τί­πα νά μέ­νουν στα­θε­ροί καί ἀ­κλό­νη­τοι στήν πί­στη τους καί νά δί­νουν μέ παρ­ρη­σί­α τή μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Χρι­στοῦ στό πε­ρι­βάλ­λον τους, μέ τήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή τους, τόν οἰ­κο­δο­μη­τι­κό τους λό­γο, τό τί­μιο καί κα­θα­ρό τους ἔρ­γο.

Ὅ­σο κι ἄν φω­να­σκοῦν, ὅ­σο κι ἄν θο­ρυ­βοῦν τά ὄρ­γα­να τοῦ σα­τα­νᾶ, ἡ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί στήν ἐ­πο­χή μας θά βρί­σκει ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πό κα­λο­προ­αί­ρε­τες ψυ­χές, οἱ ὁ­ποῖ­ες θά σπεύ­δουν πρός τό φῶς καί θά σώ­ζον­ται. Καί εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη οἱ πι­στοί μάρ­τυ­ρες τοῦ Χρι­στοῦ νά πλη­θυν­θοῦν στήν ἐ­πο­χή μας καί νά ἐρ­γά­ζον­ται δρα­στή­ρια γιά τή δό­ξα Του.


Κά­θι­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἦ­χος γ΄

Θεί­οις ἄν­θρα­ξι θεί­ας ἀ­γά­πης ἀ­να­πτό­με­νος, Μάρ­τυς Ἀν­τί­πα, τῆς ἀ­θε­ΐ­ας τήν φλό­γα κα­τέ­σβε­σας

καί πυ­ρω­θέν­τι βλη­θείς χαλ­κουρ­γή­μα­τι, πρός τό ἀ­νέ­σπε­ρον φῶς ἐ­ξε­δή­μη­σας. Πά­τερ Ὅ­σι­ε,

Χρι­στόν τόν Θε­όν ἱ­κέ­τευ­ε δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τό μέ­γα ἔ­λε­ος.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἦ­χος πλ. δ΄

Τόν ἱ­ε­ράρ­χην καί κλει­νόν με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα, τόν πο­λι­οῦ­χον τῆς Περ­γά­μου τόν πα­νά­ρι­στον

καί κοι­νοῦ ἐ­χθροῦ ἀν­τί­πα­λον, τόν Ἀν­τί­παν, κα­τά χρέ­ος εὐ­φη­μή­σω­μεν ἐν ἄ­σμα­σιν,

ὡς τούς πά­σχον­τας ὀ­δόν­τας θε­ρα­πεύ­ον­τα πό­θῳ κρά­ζον­τες χαί­ροις Πά­τερ πα­νόλ­βι­ε.


Ἀπό τό βιβλίο «Καλλίνικοι Μάρτυρες»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη